Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Ιδανικός και ανάξιος εραστής

Ιδανικός και ανάξιος εραστής

Γιάννη Σπανού – Νίκου Καββαδία
Ερμηνεία: Κώστας Καράλης, 1975 (Ανθολογία Γ’)

Το «ιδανικός και ανάξιος εραστής» είναι ένα από τα υπέροχα ποιήματα του Νίκου Καββαδία που μελοποιήθηκε από τον Γιάννη Σπανό το 1975 και εμπεριέχεται στην Ανθολογία Γ’. Ας δούμε όμως ποια ήταν τα γεγονότα που ενέπνευσαν τον Νίκο Καββαδία να γράψει το συγκεκριμένο του ποίημα.
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στην Άπω Ανατολή, στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας, κοντά στην περιοχή του Χαρμπίν. Ο Νίκος ήταν το δεύτερο παιδί του Χαρίλαου και της Δωροθέας Καββαδία, οι οποίοι είχαν ακόμη τρία παιδιά, την Ευγενία, τον Δημήτρη και τον Αργύρη. Ο πατέρας τους Χαρίλαος είχε την ρώσικη υπηκοότητα και διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών εξαγωγών, τροφοδοτώντας κυρίως τον τσαρικό στρατό, στον οποίο υπηρετούσε και ως έφεδρος αξιωματικός. Η μητέρα τους Δωροθέα καταγόταν από την κεφαλονίτικη εφοπλιστική οικογένεια των Αγγελάτων.
Το 1914, με τις εξεγέρσεις στη Μαντζουρία αλλά και σε ολόκληρη την Κίνα, ο Χαρίλαος Καββαδίας έφερε την οικογένεια του πίσω στην Ελλάδα, στην Άσσο και στο Φισκάρδο της Κεφαλονίας, κοντά στους παππούδες. Ο ίδιος επέστρεψε στη Μαντζουρία αλλά τον βρήκε η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο ρωσικός εμφύλιος, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί στη Σιβηρία. Στην συνέχεια φυλακίστηκε και έχασε όλη την περιουσία του. Το 1920 επιστρέφει στην Ελλάδα, σε άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση.
Το 1921 η οικογένεια Καββαδία μετακόμισε στον Πειραιά, αρχικά στη Φρεατίδα και στη συνέχεια στο Πασαλιμάνι. Εκείνη την εποχή ο εντεκάχρονος Νίκος Καββαδίας πήρε το βάπτισμα της θάλασσας με το πλοίο «Πολικός» των Αγγελάτων, ταξιδεύοντας στη γραμμή Πειραιάς – Σμύρνη – Κωνσταντινούπολη μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος αφού συνήλθε, δούλευε ως τροφοδότης του πλοίου.
Στο μεταξύ ο Νίκος, ήδη από το Δημοτικό Σχολείο, είχε αρχίσει να εκδηλώνει την κλίση του στο γράψιμο. Σκάρωνε στιχάκια, έγραφε λογοτεχνικά κείμενα, ενώ με την οικονομική ενίσχυση συγγενών και φίλων είχε εκδώσει μια σχολική εφημερίδα, τον Σχολικό Σάτυρο. Ακόμη, έστελνε ποιήματα του στην Διάπλαση των Παίδων με το ψευδώνυμο «μικρός ποιητής». Παράλληλα με το γράψιμο και το διάβασμα, ο Νίκος Καββαδίας ασχολήθηκε με τον αθλητισμό. Γυμναζόταν στο παλιό γυμναστήριο του Πειραιά, όπου έκανε πυγμαχία και αγωνιζόταν στον Πειραϊκό Σύλλογο. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, αλλά σύντομα εγκατέλειψε τις σπουδές του για να εργαστεί σε ναυτιλιακό γραφείο του Πειραιά…κρατώντας τα χοντρά λογιστικά βιβλία.
Οι πνευματικές του ανησυχίες όμως, αλλά κυρίως οι ιστορίες των ναυτικών που άκουγε καθημερινά στο γραφείο τον συνάρπαζαν και του δημιουργούσαν μια έντονη διάθεση για ταξίδια μακρινά. Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο και ενώ ήταν αποφασισμένος να μπαρκάρει, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μητέρα του, την Δωροθέα, η οποία ως γόνος της κεφαλονίτικης εφοπλιστικής οικογένειας των Αγγελάτων γνώριζε καλά τις δυσκολίες που συναντάνε οι ναυτικοί και, φυσικά ως μητέρα δεν ήθελε το παιδί της να φύγει μακριά…Θεωρούσε επίσης πως το να ταξιδέψει ο Νίκος ήταν μια τρέλα, μια λόξα νεανική και πως κάποια στιγμή θα του περνούσε. Όμως για τον Καββαδία δεν ήταν μια λόξα νεανική, ήταν όνειρο ζωής.
Έτσι, μετά τον θάνατο του πατέρα του Χαρίλαου το 1929 και παρά τις έντονες ακόμη αντιρρήσεις της μητέρας του, αποφασίζει να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα. Μπαρκάρει στο φορτηγό «Άγιος Νικόλαος», γραμμή Πορτ Σαιντ – Αλεξάνδρεια – Μασσαλία.
Από τότε και μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου του 1975 που έφυγε από τη ζωή, θα περιπλανηθεί σε όλους τους ωκεανούς και θα καταγράψει μέσα στα ποιήματα και τα πεζά του ένα μεγάλο μέρος από την καθημερινή ζωή των ναυτικών στα πλοία και τα λιμάνια, όπως επίσης και διάφορα περιστατικά που βίωσε ή άκουσε σε πάμπολλα ταξίδια του ως ασυρματιστής.
Το τέλος του Νίκου Καββαδία θα είναι άδοξο, αφού δεν πέθανε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως ο ίδιος είχε ποθήσει, πέθανε σε μια κλινική της Αθήνας, τους «Αγίους Αποστόλους», από εγκεφαλικό επεισόδιο και δυστυχώς είχε μια κηδεία «σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες»

Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σκίσω την θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μανδράς την Σιγκαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
και εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα χω πια ξεχάσει
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει..."

μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα τον φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.


* Από το βιβλίο «Ένα Τραγούδι και Μια Ιστορία» του Ηρακλή Ευστρατιάδη.
Εκδόσεις Τουμπής.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Το βαπόρι απ’ την Περσία

Το βαπόρι απ’ την Περσία
Βασίλη Τσιτσάνη
Ερμηνεία: Βασίλης Τσιτσάνης – Λιζέττα Νικολάου 1977


Στις 7 Ιανουαρίου του 1977 το μότορσιπ «Γκλόρια», φορτωμένο με έντεκα τόνους κατεργασμένου χασίς, συνολικής αξίας 4 δισ. δραχμών, ερχόμενο από την Βηρυτό και με προορισμό της Αμβέρσα ή το Άμστερνταμ, σκάλωσε στην Κορινθία, όπως έγραψε λίγες μέρες αργότερα ο Βασίλης Τσιτσάνης. Είναι μια από τις μεγαλύτερες ποσότητες χασίς που είχε κατασχεθεί μέχρι τότε στα παγκόσμια χρονικά. Τα ρεπορτάζ των εφημερίδων ανέφεραν ότι το «Γκλόρια» ήταν πλευρισμένο στα Ίσθμια και περίμενε εντολές για την πορεία του, όταν βρέθηκαν πάνω του έντεκα τόνοι χασίς σκεπασμένοι με λινάτσες. Συνελήφθηκαν ο πλοίαρχος και οι ναυτικοί του πλοίου, μεταξύ αυτών και δυο Τούρκοι υπήκοοι, οι οποίοι είχαν κρυφτεί στις καμπίνες. Οι άντρες του λιμενικού τους έριξαν καπνογόνα, αναγκάζοντας τους να ανέβουν στο κατάστρωμα. Βρέθηκαν ακόμη δυο πιστόλια τύπου μπράουνιγκ και πεντακόσιες σφαίρες. Παραλήπτες του φορτίου, σύμφωνα με πληροφορίες, ήταν Λιβανέζοι υπήκοοι στην Αμβέρσα ή το Άμστερνταμ.
Ήταν προμελετημένη καρφωτή και μιλημένη.
Ασφαλώς ήταν προμελετημένη και καρφωτή δουλειά, αφού ο πλοίαρχος του «Γκλόρια» Νίκος Ξανθόπουλος, ο «Κάπτεν Νικ», όπως τον αποκαλούσαν, ήταν άνθρωπος της αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών DEA (Drug Enforcement Administration). Ο «Κάπτεν Νικ» με τα εκάστοτε καράβια που είχε στην κατοχή του, είχε γυρίσει όλες τις θάλασσες του κόσμου και είχε γνωρίσει τους πάντες γύρω από τα κυκλώματα του εμπορίου ναρκωτικών, από τις χώρες παραγωγής μέχρι και τον τελευταίο παραλήπτη χοντρέμπορο.
Λαθρέμπορος τσιγάρων στην αρχή της καριέρας του και ο ίδιος, διαφοροποιήθηκε στην πορεία, εξαιτίας του θανάτου ενός αδελφικού του φίλου από υπερβολική δόση μορφίνης. Από τότε ορκίστηκε στην καταπολέμηση των ναρκωτικών. Αποδέχτηκε την πρόταση της DEA το 1964 και από τότε εισχωρούσε στα κανάλια των ναρκωτικών και έδινε πληροφορίες σχετικά με την διακίνηση. Μερικές φορές, όπως στην περίπτωση του «Γκλόρια», παραλάμβανε ο ίδιος το εμπόρευμα με το καράβι του, ως μεταφορέας και το παρέδιδε στις λιμενικές αρχές.
Το όλο σκηνικό βεβαίως που στηνόταν, σε συνεργασία με τα ανώτερα κλιμάκια του υπουργείου της εκάστοτε χώρας, έπρεπε να είναι αληθοφανές, ώστε να μην εκτεθεί ο ίδιος και αποκαλυφθεί η ιδιότητα τους στους ανθρώπους των ναρκωτικών, γεγονός που θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του. Έτσι, οι υποτιθέμενες με τυμπανοκρουσίες και οι εφημερίδες βούιζαν για μέρες.
Στην περίπτωση του «Γκλόρια» συνέβη το εξής: Ο «Κάπεν Νικ» βρισκόταν με το καράβι στη Λάρνακα, όταν τον πλησίασε ένας ναυτικός πράκτορας και του πρότεινε μια «μεγάλη» δουλειά – ένα φορτίο από τη Βηρυτό με προορισμό το Ρότερνταμ. Ο «Κάπτεν Νικ» δέχτηκε και τράβηξε με το πλοίο του για Βηρυτό, στο λιμάνι Τζουνίχ. Εκεί συνάντησε δυο Λιβανέζους εμπόρους και συμφώνησαν για τη μεταφορά του εμπορεύματος, που ήταν 300 σακιά χασίς, 40 κιλά το καθένα (80 πλάκες του μισού κιλού το κάθε τσουβάλι). Το ποσό για την μεταφορά καθορίστηκε στα 300.000 δολάρια, τα μισά με τη φόρτωση και τα άλλα μισά με την παράδοση στο Ρότενταμ. Η παραλαβή του εμπορεύματος έγινε έξω από το παραθαλάσσιο χωριό Ιμεΐλ, όπου με βάρκες μεταφέρθηκαν τα τσουβάλια με το χασίς. Με την τελευταία βάρκα μπήκαν στο «Γκλόρια» και οι δυο Τούρκοι συνοδοί του εμπορεύματος. Στο μεταξύ, πριν από την παραλαβή, στις 23 Δεκεμβρίου 1976, ο «Κάπτεν Νικ» είχε καλέσει από το ραδιοτηλέφωνο του «Γκλόρια» το Υ.Ε.Ν. στην Ελλάδα και είχε ειδοποιήσει συνθηματικά ότι θα τους φέρει πολλούς τόνους «σοκολάτα» δώρο για τα Χριστούγεννα. Η διαταγή είχε προχωρήσει, ενώ συμφωνήθηκε ο τρόπος και ο τόπος προσέγγισης. Για να μην εκτεθεί στους λαθρέμπορους, ενημέρωσε ακόμη το Υ.Ε.Ν. ότι θα πλεύσει 10 μίλια νότια της Πύλου και ζήτησε το ελληνικό καταδιωκτικό του λιμενικού να τους προσεγγίσει στο συγκεκριμένο σημείο, τάχα για έναν τυπικό έλεγχο.
Μετά τη φόρτωση του εμπορεύματος, ο «Κάπτεν Νικ» έβαλε πλώρη για την Πύλο, έχοντας πλήρωμα 2 ναύτες, μαζί τους βεβαίως και οι δυο Τούρκοι συνοδοί. Κατευθυνόμενος προς την Πύλο συνάντησε 11 – 12 μποφόρ πουν τον ανάγκασαν να αλλάξει ρότα. Έτσι τράβηξε προς τη Σίφνο όπου αγκυροβόλησε προσωρινά. Ειδοποίησε εκ νέου το Υ.Ε.Ν. και πήρε εντολές για νέο τόπο συνάντησης, τα Ίσθμια της Κορίνθου. Το «Γκλόρια» έφτασε στις 6 Ιανουαρίου του 1977 στα Ίσθμια, όπου το περίμενε όλο σχεδόν το λιμενικό σώμα. Οι δυο Τούρκοι ( τα δυο μεμέτια τα καημένα) οδηγήθηκαν στις φυλακές του Ναυπλίου, ενώ ο «Κάπτεν Νικ» και το πλήρωμα του, μετά τις αρχικές υποτιθέμενες συλλήψεις, δέχτηκαν τα συγχαρητήρια του αρχηγού Υ.Ε.Ν. Παπαδόγγονα. Το Υπουργείο Οικονομικών όρισε ως αμοιβή για τη μεγάλη επιτυχία 7.800.000 δρχ. Ο «Κάπτεν Νικ» από αυτά πήρε 1.500.000 δρχ., τα υπόλοιπα τα μοιράστηκαν … διάφοροι αξιωματικοί.
Ο Τσιτσάνης την υπόθεση την έκανε τραγούδι, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία αλλά στην συνέχεια δέχτηκε απαγορεύσεις για την μετάδοση του από τα Δημόσια Μέσα Ενημέρωσης.

* Από το βιβλίο «Ένα Τραγούδι και Μια Ιστορία» του Ηρακλή Ευστρατιάδη.
Εκδόσεις Τουμπής.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Χρήστος Νταβέλης

Χρήστος Νταβέλης
Παραδοσιακό


Ένας από τους φημισμένους αρχιληστές του 19ου αιώνα ήταν και ο Χρήστος Νταβέλης, από το χωριό Στύρι Βοιωτίας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Χρήστος Νάστος, όμως όλοι τον ήξεραν ως Νταβέλη, που θα πει παλικάρι…
Ο Νταβέλης δρούσε περίπου από το 1850, σε ολόκληρη την κεντρική Ελλάδα, τη δυτική Μακεδονία, την Ήπειρο, αλλά και την Αττική. Στόχος του ήταν πάντοτε οι εύποροι έμποροι και οι τσιφλικάδες, ενώ λέγεται πως αρκετά χρήματα από τις λείες του τα διέθετε για τη βοήθεια φτωχών και ανήμπορων. Ακόμη λένε πως βοήθησε παλιούς αγωνιστές, αφανείς ήρωες του ’21 που ήταν ξεχασμένοι από τον Όθωνα και το Ελληνικό Κράτος, για αυτό και ήταν αγαπητός από μεγάλο μέρος του λαού, που έπλασε για τον Νταβέλη πάμπολλες ιστορίες, από τις οποίες αρκετές καταγράφηκαν σε εικονογραφημένα περιοδικά.
Ο Χρήστος Νταβέλης στις περιοχές που δρούσε είχε διάφορες κρυψώνες – λημέρια, συνήθως σε σπηλιές. Ένα από αυτά είναι το σπήλαιο – βάραθρο Δρακοκάρκαρο στον Παρνασσό, όπου ένας μύθος αναφέρει ότι στα αρχαία χρόνια ζούσε ένας δράκος. Επίσης ένα άλλο λημέρι του βρισκόταν στην Πάρνηθα, ενώ υπάρχει ακόμη και η ξακουστή σπηλιά του Νταβέλη στην Πεντέλη. Οι θρύλοι για την σπηλιά αυτή είναι πολλοί. Λέγεται μάλιστα ότι αυτή η σπηλιά φτάνει μέχρι τα έγκατα της Αθήνας, ακόμη και μέχρι τον Πειραιά. Έτσι ο Νταβέλης μπορούσε να «χτυπήσει» στο κέντρο της Αθήνας και να εξαφανιστεί. Ένας άλλος μύθος θέλει τον Νταβέλη να έχει ερωμένη τη δούκισσα της Πλακεντίας, στον Πύργο της οποίας έβγαζε ένα παρακλάδι της σπηλιάς.
Αρκετοί υποστηρίζουν ότι ο Νταβέλης σκοτώθηκε τον Ιούλιο του 1856, αλλά αυτό δεν αληθεύει, αφού αναφέρεται δράση του Νταβέλη τουλάχιστον μέχρι το 1880. Στις 12 Ιουλίου του 1856 μάλιστα σκότωσε, έπειτα από συμπλοκή, τον ανθυπολοχαγό Ιωάννη Μέγα στη θέση Ζεμενό ή Ζεμενιό, κοντά στη διασταύρωση των οδών Διστόμου – Λιβαδειάς, που ως σήμερα ονομάζεται σταυροδρόμι του Μέγα, στο σημείο υπάρχει και μεγάλος πέτρινος σταυρός. Εκεί κοντά βρίσκεται η περιοχή «Νταβελαίοι», όπου σκοτώθηκε ο Χρήστος Νταβέλης και ο «Κακαράπης», πιθανόν στα τέλη της δεκαετίας του 1890. Εξάλλου η φωτογραφία που αποδίδεται στον Νταβέλη και το ασκέρι του χρονολογείται από το 1897.

* Από το βιβλίο «Ένα Τραγούδι και Μια Ιστορία» του Ηρακλή Ευστρατιάδη.
Εκδόσεις Τουμπής.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Μαντουμπάλα

Μαντουμπάλα
Θεόδωρου Δερβενιώτη – Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου
Ερμηνεία: Στέλιος Καζαντζίδης, 1959


Η θρυλική και χιλιοτραγουδισμένη «Μαντουμπάλα», μια από τις πολύ μεγάλες επιτυχίες του Στέλιου Καζαντζίδη, είναι τραγούδι που ξεπήδησε μέσα από τον ινδικό κινηματογράφο, τον οποίοι οι Έλληνες αγάπησαν ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του ‘50 και του ’60.
Η «Μαντουμπάλα», που στα ινδικά σημαίνει γλυκό κορίτσι, δεν ήταν απλώς ένα όνομα εξωτικό, όπως τόσα που έδωσαν εκείνη την εποχή οι συνθέτες μας στα τραγούδια τους. Η Μαντουμπάλα ήταν μια πανέμορφη Ινδή πρωταγωνίστρια του κινηματογράφου, που στη χώρα της την αποκαλούσαν «Αφροδίτη του ινδικού σινεμά». Πολλοί από τους λάτρεις του είδους θα την θυμούνται, όπως βεβαίως και την άλλη μεγάλη Ινδή πρωταγωνίστρια Ναργκίς. Για χάρη τους έχουν χυθεί τόνοι δακρύων.
Ας δούμε όμως πως δημιουργήθηκε το «δικό μας» τραγούδι «Μαντουμπάλα».
Ο Στέλιος Καζαντζίδης βλέποντας εκείνη την εποχή την ταινία Ο Αλήτης της Βομβάης, στην οποία πρωταγωνιστούσε η Ναργκίς, άκουσε ένα τραγούδι το οποίο τον εντυπωσίασε και θέλησε να το διασκευάσει στα ελληνικά. Αποστήθισε τη μουσική, ενώ εν συνεχεία απευθύνθηκε για στίχους στην Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
Η Ευτυχία στο μεταξύ, ως παλιά ηθοποιός και κινηματογραφόφιλη, είχε δει αρκετές ινδικές ταινίες, ορισμένες από τις οποίες είχαν ως πρωταγωνίστρια τη Μαντουμπάλα. Η Ευτυχία φαίνεται πως υπήρξε θαυμάστρια της.
Έτσι, όταν πήγε στο σπίτι της ο Καζαντζίδης και της ψιθύρισε την ινδική μουσική ώστε να γράψει στίχους, της ήρθε αμέσως ο τίτλος του τραγουδιού «Μαντουμπάλα», το όνομα της Ινδής πρωταγωνίστριας. Στη συνέχεια έγραψε τους γνωστούς στίχους, που έχουν ως κεντρικό θέμα την αναζήτηση της χαμένης κοπέλας, ενώ είναι φανερά επηρεασμένοι από τον πρόωρο θάνατο της κόρης της Παπαγιαννοπούλου Μαίρης Λαίδου, στις αρχές του 1959, ιδιαίτερα στο δίστιχο «από τότε που σ’ έχασα λιώνω, το όνομα σου φωνάζω με πόνο».
Ο Καζαντζίδης πήρε τους στίχους από την Ευτυχία, αλλά δεν μπόρεσε να τους προσαρμόσει ακριβώς στην μουσική. Κάτι δεν του έβγαινε. Δεν τον ευχαριστούσε το αποτέλεσμα στο σύνολο του. Προσπάθησε να διορθώσει κάποιο στίχο ή λίγο τα μουσικά μέτρα, αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι πήρε στίχους και μουσική και τα πήγε στον Θόδωρο Δερβενιώτη, ώστε να τον βοηθήσει να τα ταιριάξει. Πράγματι, ο έμπειρος μαέστρος και μεγάλος δημιουργός υποσχέθηκε στον Στέλιο ότι θα το κάνει. Ο Δερβενιώτης «δούλεψε» αρκετές μέρες το τραγούδι και, κόψε ράψε, το άλλαξε σχεδόν ολόκληρο. Έβαλε δική του μουσική στην εισαγωγή και στα κουπλέ, ενώ άφησε μόνο την αρχική ινδική μουσική «με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ».
Όταν πήγαν στο σπίτι του ο Στέλιος με την Μαρινέλλα και το άκουσαν τελειωμένο τρελάθηκαν. Δεν το πίστευαν. Με την κυκλοφορία του το τραγούδι, το 1959, πούλησε αμέσως 96.000 δίσκους, σπάζοντας όλα τα προηγούμενα ρεκόρ. Το τραγούδι «γράφτηκε» στο όνομα του Στέλιου Καζαντζίδη.

* Από το βιβλίο «Ένα Τραγούδι και Μια Ιστορία» του Ηρακλή Ευστρατιάδη.
Εκδόσεις Τουμπής